• No se han encontrado resultados

JANELLE TAYLOR - ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ.pdf

N/A
N/A
Protected

Academic year: 2021

Share "JANELLE TAYLOR - ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ.pdf"

Copied!
607
0
0

Texto completo

(1)
(2)

JANELLE TAYLOR

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Η Τζένι Χόλογουει δεν είναι πια το καλομαθημένο, ηροστατευμένο κορίτσι του μπαμπά. Είναι μία χωρισμένη μητέρα, και είναι αποφασισμένη να κάνει ένα νέο ξεκίνημα σε μία νέα πόλη. Σκοπεύει δε να το καταφέρει χωρίς την οικονομική Βοήθεια της πάμπλουτης οικογένειας της. Μ ίλια μακριά από το σπίτι της και από τον οργισμένο, απειλητικό, πρώην σύζυγο της, η Τζένι νιώθει μια απρόσμενη έλξη για έναν όμορφο, αινιγματικό και μοναχικό άνδρα. Παράλληλα, νιώθει ολοένα εντονώτε-ρα ότι κάποιος την παρακολουθεί. Δεσμευμένος με άκρα μυστικότητα -και αποφασισμένος να πάρει εκδίκηση- ο Χάντερ Κάλγκαρι ανέλαβε απρόθυμα να αναλάβει την προστασία της Τζένι. Εκείνη δε μπορεί να φανταστεί το λόγο που οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν. Ούτε πρέπει να μάθει γιατί ο Χάντερ δεν την αφήνει στιγμή από το Βλέμμα του. Τώρα, καθώς μια απειλή τούς πλησιάζει, ο Χάντερ Βρίσκεται διχα-σμένος ανάμεσα στη δίψα του να εκδικηθεί τον άγνωστο που κατέστρεψε τη ζωή του, και τη λαχτάρα του για τη γυναίκα που δεν πρέπει να μάθει ποτέ την αλήθεια για τα κίνητρα του. Ή για τα

(3)

αισθήματα του.

Ένα βιβλίο γεμάτο αγωνία και σνναίσθημα... ανεβάζει τους σφυγμούς στα ύψη" Booklist

Βιβλία της ίδιας συγγραφέως που κυκλοφόρησαν από τη σειρά Best Sellers PLAZA:

Τα βιβλία της σειράς PLAZA θα τα βρείτε στα περίπτερα, τους εφημεριδοπώλες και τα σούπερ μάρκετ. Αν έχουν εξαντληθεί, μπορείτε να απευθυνθείτε στις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΑΓΟΥΝΗΣ Α.Ε., Τηλ.: 210-68.59.100 JANELLE TAYLOR ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ Μ ειάφραση: Δέσποινα Τούσα

Copyright © 2001 by Janelle Taylor All rights reserved. Τίτλος πρωτοτύπου: In Too Deep © για την ελληνική γλώσσα 2004 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΑΓΟΥΝΗΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε

(4)

Την επιμέλεια της έκδοσης έχει Ο ΟΜ ΙΛΟΣ ΑΤΤΙΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ Μ ετάφραση: Δέσποινα Τούσα Διόρθωση - Επιμέλεια: Βαγγελιώ Χατζηευστρατίου Στοιχειοθεσία: LEXIGRAM - Ε. ΧΑΤΖΗΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ Καλλιτεχνική επιμέλεια εξωφύλλου: Ντάρα Πανταζή Παραγωγή: DRAGPRESS ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ Α.Ε. Υπεύθυνη σειράς: Έλενα Λαναρά Συντονισμός έκδοσης: Μ υρτώ Σιμιτοπούλου Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του βιβλίου αυτού ή η αναπαραγωγή του με οποιοδήποτε μέσο, χωρίς την άδεια του εκδότη. ISBN 960-373-175-7 Λίγα λόγια για τη συγγραφέα Η Τζανέλ Τέιλορ έχει αποσπάσει πολλά βραβεία για τα βιβλία της, ενώ οκτώ από αυτά έχουν μπει στη λίστα των μπεστ σέλερ των Τάιμς της Νέας Υόρκης. Το Προσωπική Υπόθεση είναι το τεσσαρακοστό δεύτερο μυθιστόρημά της.

πρόλογος

(5)

Σάντα Φε, Νέο Μ εξικό ΟΌμπι Λόγκερφιλντ ήταν πραγματικά αηδιαστικός, κυρίως από κοντά. Ο ντετέκτιβ Χάντερ Κάλγκαρι προσπάθησε να μην εισπνέει από τη μύτη κοντά του. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι είχε να κάνει μπάνιο μερικές δεκαετίες. Η βρόμα, ανακατεμένη με τον ιδρώτα, είχε σχηματίσει ένα μαύρο στρώμα που σκέπαζε όλο το σώμα του και γέμιζε τις αυλακιές του προσώπου του. Ο Χάντερ ήξερε πως ο γερο-μεθύστακας ερχόταν σ’ επαφή με το νερό μόνο όταν έβρεχε, αλλά και τότε έκανε το παν για να το αποφύγει. Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος που βρισκόταν εκεί σήμερα το πρωί. Έβρεχε καταρρακτωδώς και όπως πάντα ο γερο-αλή-της βρήκε καταφύγιο στα σκαλιά του αστυνομικού τμήματος. Ο Χάντερ δεν είχε άλλη επιλογή από το να τον πάρει μέσα. Σίγουρα, αν ήταν να διαλέξουν κάποιον αντιπροσωπευτικό τύπο για να διαφημίσουν τις ομορφιές του Νέου Μ εξικού, της Χώρας της Ευδαιμονίας όπως την αποκαλούσαν, αυτός δε θα ήταν ο Όμπι. Ευτυχώς για τους τουρίστες και τους μόνιμους κατοίκους, συνήθως έβρεχε ελάχιστα και η μόνιμη κατοικία του Όμπι —ένα παλιό και σχεδόν κουρελιασμένο αντίσκηνο, κρυμμένο στη σκιά ενός τεράστιου κόκκινου βράχου— ήταν αρκετά μακριά από την πόλη, κάπου στα βόρεια σύνορά της, όπου δεν μπορούσε να προσβάλει κανέναν με την παρουσία του,.

(6)

Τώρα, ενώ καθόταν σε μια παλιά δρύινη καρέκλα γραφείου, έριξε ένα πονηρό βλέμμα στον Χάντερ. «Θα με κρατήσεις εδώ, αστυνόμε;» Η δυσοσμία του ήταν δύσκολο να περιγράφει. Ε-πρόκειτο για ένα μείγμα τόσων πολλών πραγμάτων, που το σε γενικές γραμμές πλούσιο λεξιλόγιο του Χάντερ διέθετε μόνο μια λέξη: άσχημη. «Θα σε πάω με τ’ αμάξι μου έξω από την πόλη, Όμπι. Διαφορετικά υπάρχει το ενδεχόμενο κάποιος άλλος να σε κλείσει στη φυλακή». «Τα κελιά είναι στεγνά», απάντησε ο Όμπι, ελπίζοντας βέβαια να τον βάλει σε κανένα κελί. Από την ανοιχτή πόρτα του γραφείου του υπαστυ-νόμου Ορτέγκα ακούστηκε ένας περιφρονητικός καγχασμός. «Ούτε να το σκέφτεσαι», προειδοποίησε αυστηρά τον Όμπι, ο οποίος είχε αρχίσει να ξύνεται σε μέρη που συνήθως μένουν κρυφά στην κοινή θέα. «Τα κελιά της φυλακής είναι για τους εγκληματίες, όχι τους περαστικούς». «Εγώ δεν είμαι κανένας περαστικός». Ο Χάντερ έκρυψε το χαμόγελό του. Ήταν γεγονός, αφού ο Όμπι δεν είχε ζήσει ποτέ πουθενά αλλού έξω από το αντίσκηνό του, τουλάχιστον τα έξι χρόνια που ο Χάντερ υπηρετούσε στην Αστυνομία της Σάντα Φε.

(7)

Η απάντηση του Όμπι φούντωσε τον ευέξαπτο Ορτέγκα. «Θα σου πω εγώ τι είσαι, Λόγκερφιλντ. Ένας μεγάλος μπελάς είσαι, κατάλαβες; Και θέλω να φύγεις αμέσως από δω. Δεν μπορούμε ούτε ν’ α-νασάνουμε με την μπόχα σου. Κάλγκαρι, βγάλ’ τον αμέσως έξω!» Ο Χάντερ πήρε τα κλειδιά του τζιπ του. «Έλα, Όμπι. Πάμε να φύγουμε από δω». Δεν πρόλαβαν να κάνουν ούτε τρία βήματα και η έξοδός τους μπλοκαρίστηκε από έναν αδύνατο άντρα με -ψαρά μαλλιά και χέρια που έτρεμαν νευρικά. Έσφιγγε το χαρτοφύλακά του λες και η ζωή του εξαρτιό-ταν από αυτόν, αλλά η φωνή του, όταν μίλησε, ήταν απαλή και ήρεμη. «Ο ντετέκτιβ Κάλγκαρι;» ρώτησε. Οι τρίχες στον αυχένα του Χάντερ ανασηκώθηκαν και προς στιγμήν κοίταξε τον άντρα σιωπηλός. Δικηγόρος, σίγουρα. Σταλμένος από κάποιον. Κάποιον με λεφτά, αν έκρινε από το κοστούμι του και τα ακριβά ολοκαίνουρια παπούτσια του. «Εγώ είμαι», είπε σέρνοντας τη φωνή του. Ο Όμπι κοίταξε τον νεόφερτο με περιέργεια. Τα ρουθούνια του άντρα πετάρισαν άθελά του όταν το βλέμμα του στάθηκε στον Όμπι και ο Χάντερ με βία έπνιξε το χαμόγελό του. Ναι, ο Όμπι είχε πάντοτε αυτή την επίδραση στους ανθρώπους. «Λέγομαι Τζόζεφ Γουέσβερ, της φίρμας Γουέσβερ, Μ ουρ, Τέιτ και Μ ακνίλ. Βρίσκομαι εδώ εκ μέρους του κυρίου Άλεν Χόλογουεϊ. Ο

(8)

κύριος Χόλογουεϊ θα ήθελε να σας προσλάβει». Ο Χάντερ ξανακοίταξε τον άντρα σιωπηλός. Δεν υπήρχε λόγος να ρωτήσει ποιος ήταν ο Άλεν Χόλο-γουεϊ. Ο Χόλογουεϊ —για την ακρίβεια, η τεράστια εταιρεία Χόλογουεϊ— ήταν ιδιοκτήτης ενός μεγάλου κομματιού της Σάντα Φε, καθώς και πολλών άλλων πόλεων σε όλο το Νέο Μ εξικό, την Αριζόνα και το Τέξας. Είχε αρχίσει με ένα ρεστοράν μεξικανικής κουζίνας στο Ντάλας, το Ράντσο ντελ Σολ, το οποίο είχε γίνει το πρώτο μιας επιτυχημένης αλυσίδας. Σήμερα υπήρχαν Ράντσο ντελ Σολ σε όλες τις Νοτιοδυτικές Πολιτείες. Φυσικά ο Χόλογουεϊ είχε επενδύσει τα κέρδη του σε ακίνητα και στο χρηματιστήριο και είχε κερδίσει εκατομμύρια. Το όνομά του εμφανιζόταν συχνά στον τοπικό Τύπο, με εκτενή άρθρα για τις πολλές αγαθοεργίες του. Ο Χόλογουεϊ ήταν επίσης ο ιδιοκτήτης πολλών κτιρίων όπου στεγάζονταν διάφορες επιχειρήσεις και γηροκομείων. Επίσης, είχε χρηματοδοτήσει διάφορες ανεξάρτητες κινηματογραφικές παραγωγές γυρισμένες όλες στην περιοχή της Σάντα Φε. Όλα αυτά σήμαιναν απίστευτα πολλά χρήματα και έναν κοινωνικό κύκλο στον οποίο ο Χάντερ δεν ανήκε και ούτε το ήθελε βέβαια. Τώρα, η μεγάλη ερώτηση ήταν: τι ήθελε ένας άντρας σαν τον Αλαν Χόλογουεϊ απ’ αυτόν; Παρόλο που υπήρχε κάτι που τους συνέδεε, ο Χάντερ αμφέβαλλε αν εκείνος το γνώριζε. Αλλά, ακόμα κι αν το ήξερε, γιατί να επικοινωνήσει τώρα μαζί του, ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια;

(9)

Ο Γουέσβερ τον κοίταζε σκεφτικός, σαν να περνούσαν οι ίδιες απορίες και από το δικό του μυαλό. «Μ ε πληροφόρησαν ότι έχετε εγκαταλείπει τη δουλειά σας. Τώρα δουλεύετε πάλι για την αστυνομία;» «Όχι». Ο Χάντερ σκέφτηκε να του εξηγήσει τι συνέβαινε, ύστερα όμως κατέληξε ότι αυτό δεν τον αφορούσε. «Κατάλαβα», απάντησε ο Γουέσβερ, αν και ήταν φανερό πως δεν είχε καταλάβει. Κοίταξε πάλι τον Όμπι και έβηξε ελαφρά. Η δυσοσμία από το σώμα του άντρα ήταν υπερβολικά έντονη. Περνώντας τα δάχτυλά του κάτω από τα πέτα του αδιάβροχού του, ευχήθηκε να μπορούσε να κρύψει το πρόσωπό του κάτω από το ύφασμα για να κρατήσει την απαίσια μυρωδιά μακριά. «Λοιπόν, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε κάπου ιδιαιτέρως;» ρώτησε, προσπαθώντας να κρατήσει την ανάσα του. Ο ντετέκτιβ αναστέναξε. Το ήξερε πάντα, μα πάντα, πότε θα του συνέβαινε κάτι δυσάρεστο. «Θα πάω τον Όμπι στο σπίτι του», είπε κουρασμένα. «Θα επιστρέφω σε μία ώρα περίπου. Μ πορείς να περιμένεις, ή ν’ αφήσεις ένα τηλέφωνο ή να έρθεις μαζί...» «Θα περιμένω», τον έκοψε ο αδύνατος άντρας βιαστικά. Ο Χάντερ τον κοίταξε χαμογελώντας ανάλαφρα και χτύπησε τον Όμπι στην πλάτη, με αποτέλεσμα να υψωθεί ένα σύννεφο σκόνης από τα ρούχα του. Κατόπιν κατευθύνθηκαν προς την έξοδο.

(10)

* Είχε πέσει κιόλας το σκοτάδι όταν επέστρεψε ο Χάντερ. Σταματώντας μπροστά στο Τμήμα, έσβησε τη μηχανή και παρέμεινε στο τζιπ ακούγοντας τον ελαφρό ήχο του βεντιλατέρ. Η βροχή είχε σταματήσει και μικρά λαμπερά αστέρια σκέπαζαν τον ουρανό. Χαλαρώνοντας τους ώμους του, ο Χάντερ ακούμπησε την πλάτη του στο σκισμένο κάθισμα. Του άρεσε το Νέο Μ εξικό. Ο καθαρός, ελαφρύς αέρας και οι ανοιχτοί ορίζοντες ταίριαζαν απόλυτα με την παρούσα κατάστασή του. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το είχε ζήσει στο Λος Αντζελες, αλλά με το θάνατο της Μ ισέλ οι αντοχές του τον είχαν εγκα-ταλέιψει. Δε μετάνιωνε για την απόφασή του να φύγει για πάντα από τη μεγαλούπολη. Η οργή του με την Αστυνομία του Λος Αντζελες και το γραφείο του εισαγγελέα, καθώς και όσων είχαν εμπλακεί σε εκείνο το φιάσκο, είχε απεμπολήσει τη θετική επίδραση αυτών των ευλογημένων έξι χρόνων γαλήνης, ενώ η πίστη του στη δικαιοσύνη είχε χαθεί σχεδόν τελείως. Είχε προσπαθήσει να ξαναβρεί το πάθος του για την επιβολή του νόμου στη Σάντα Φε, αλλά τα τραύματά του ήταν πολύ βαθιά. Ένιωθε ξοφλημένος και το κενό μέσα του παρέμενε τεράστιο. Αφήνοντας ένα μικρό αναστεναγμό, βγήκε από το τζιπ και ανέβηκε

(11)

τα σκαλιά του αστυνομικού τμήματος. Είχε παραιτηθεί από την αστυνομική δύναμη της Σάντα Φε τον περασμένο μήνα για ν’ αποσυρθεί στο απομονωμένο ράντσο του, μήπως και κατάφερνε να ξαναβρεί πάλι τον εαυτό του, αλλά περνούσε καμιά φορά από δω, κυρίως για να δει τον Ορτέγκα. Ο υπαστυνόμος δεν του είχε συγχωρήσει την παραίτησή του. Πρώτα τον παρακάλεσε ν’ αλλάξει γνώμη, μετά τον διέταξε, μετά άρχισε να τριγυρίζει σαν μανιακός και να κοπανάει ό,τι έβρισκε μπροστά του, τελικά δέχτηκε την απόφαση του Χάντερ, αν και με βαριά καρδιά. «Θα επιατρέψεις», ήταν η μάλλον απειλητική πρόβλεψή του καθώς έδινε στον Χάντερ την επιταγή του τελευταίου μισθού του. «Νωρίτερα από όσο νομίζεις». Μ παίνοντας, διαπίστωσε ότι ο Ορτέγκα δε φαινόταν πουθενά. Η πόρτα του δικού του γραφείου ήταν κλειστή και μάλλον κλειδωμένη. Η μόνη ανθρώπινη παρουσία στο χώρο ήταν του Γουέσβερ, ο οποίος καθόταν σφιγμένος σε έναν ξύλινο πάγκο του χολ, κρατώντας πάντοτε το χαρτοφύλακά του επάνω στα γόνατά του. Βλέποντας τον Χάντερ να κατευθύνεται προς το μέρος του σηκώθηκε όρθιος. «Το αυτοκίνητό μου είναι απέξω. Μ ήπως θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας στο Ράντσο ντελ Σολ;» ρώτησε. «Ο κύριος Χόλογουεϊ θα ήθελε να σας κάνει το τραπέζι, ανεξάρτητα από την απόφαση που θα πάρετε». Ο Χάντερ κατένευσε σιωπηλός και ακολούθησε τον κοντύτερό

(12)

του άντρα στη σκουροπράσινη λιμουζίνα του. Το Ράντσο ντελ Σολ της Σάντα Φε ήταν ένα χαμηλό, ακανόνιστου σχήματος κτίσμα με βίγκας —σκούρες μαύρους δοκούς που περνούσαν μέσα από το γυψομάρμαρο προς τα έξω— και καμάρες από κόκκινο τούβλο φτιαγμένες έτσι ώστε να μοιάζουν με παλιές. Το εστιατόριο ήταν γνωστό για την αυθεντική νοτιοδυτική κουζίνα του αλλά και για τα ψητά στα κάρβουνα που θεωρούνταν από τα καλύτερα της περιοχής. Όπως πάντα, έτσι κι απόψε ένιωσε το κρέας να λειώνει μέσα στο στόμα του. Δε θα καταλάβαινε ποτέ τους χορτοφάγους. Ο Τζόζεφ Γουέσβερ επέλεξε το κρασί. Παρόλο που ο Χάντερ δεν ήταν ειδήμων στα κρασιά, μόλις το δοκίμασε κατάλαβε πως ήταν εξίσου καλό με το κρέας. Όταν βρισκόταν στο δεύτερο ποτήρι του, αντιλήφθηκε ότι ο Γουέσβερ προσποιούνταν πως έπινε, έτσι αποφάσισε πως ήταν ώρα να έρθουν θέμα τους. «Τι θέλει ο κύριος Χόλογουεϊ από εμένα;» ρώτησε και κάθισε πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα του. Τα μακριά πόδια του ήταν στριμωγμένα και πολύ θα ήθελε να σηκωνόταν και να περπατούσε για να τα ξεμουδιάσει. Φορούσε μαύρο τζιν παντελόνι και γκρίζο πουκάμισο ανοιχτό στο στήθος. Αν δεν ήταν σωστά ντυμένος για τα στάνταρ του Γουέσβερ, ήταν κάτι που τον άφηνε αδιάφορο. Κανένας δε νοιαζόταν για τέτοια πράγματα στη Σάντα Φε. «Θέλει να προστατεύσεις την κόρη του».

(13)

«Την κόρη του;» Ο Χάντερ συνοφρυώθηκε, τεντώνοντας το ένα πόδι του όσο πιο μακριά μπορούσε, χωρίς να κλοτσήσει τον νευρικό Γουέσβερ. «Από τι;» «Από τον πρώην σύζυγό της». Σταμάτησε και κοίταξε τον Χάντερ επιφυλακτικά. Ο ντετέκτιβ πάγωσε. Ήξερε πού θα οδηγούσε αυτό. Ο Γουέσβερ συνέχισε. «Η κόρη του Τζενίβα —οι φίλοι της τη φωνάζουν Τζένι— ήταν παντρεμένη για ένα σύντομο διάστημα με κάποιον που ενδιαφερόταν μόνο για την περιουσία της, ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, την περιουσία που θα κληρονομούσε κάποια ημέρα. Ο πατέρας της τη βοήθησε στο διαζύγιο και φρόντισε να τον κρατήσει μακριά της όλα αυτά τα χρόνια». «Πόσα;» ρώτησε ο Χάντερ αργά. «Δεκαπέντε». Ο Χάντερ ήπιε άλλη μια γουλιά κρασί έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στο σοβαρό πρόσωπο του άλλου άντρα. «Και εμφανίστηκε πάλι;» «Ναι». Ο Γουέσβερ πήρε βαθιά ανάσα και έμεινε σιωπηλός. Η λιγόλεπτη σιωπή έπεσε βαριά επάνω τους. «Γιατί θέλει εμένα;» ρώτησε ο Χάντερ τελικά.

(14)

«Επειδή γνωρίζετε αυτό τον άντρα». Οι τρίχες στον αυχένα του Χάντερ σηκώθηκαν πάλι όρθιες. Περίμενε πάλι σιωπηλός, ώσπου ο Γουέσβερ είπε ήσυχα: «Είναι ο Τρόι Ράσελ». Το πρόσωπο του Χάντερ παρέμεινε παγωμένο. Ο Γουέσβερ σχεδόν χαμογέλασε: συνέβη ακριβώς αυτό που περίμενε. «Να συνεχίσω;» Ο Χάντερ κατένευσε απότομα. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει πολύ δυνατά. Ο Τρόι Ράσελ ήταν υπεύθυνος για το θάνατο της αδερφής του Μ ισέλ.

κεφάλαιο 1

Ο άντρας στο τραπέζι δεκατέσσερα σε παρακολουθεί». Η Τζένι Χόλογουεϊ σήκωσε το κεφάλι της από τα χαρτιά που κρατούσε, προσπαθώντας να καταλάβει τι της έλεγε η φίλη της Κάρολαϊν Ρόμπερτς, της οποίας τα χέρια ήταν φορτωμένα με αχνιστά πιάτα σπαγγέτι και προχωρούσε ανάμεσα στα τραπέζια με τη δεξιοτεχνία χορευτή μπαλέτου. «Τι είπες;» «Εκείνος ο άντρας. Στο δεκατέσσερα». Η Κάρο-λαϊν έκανε ένα νεύμα προς το βάθος της αίθουσας του εστιατορίου Ρικάρντος. Εκεί που της έδειχνε, μια θολωτή πέτρινη καμάρα οδηγούσε σε ένα μικρότερο δωμάτιο με τετράγωνα τραπέζια σκεπασμένα με λευκά δαμάσκο τραπεζομάντιλα. Αλλά το τραπέζι στο οποίο αναφερόταν

(15)

η φίλη της ήταν πίσω από τη γωνία. Το μόνο που διέκρινε η Τζένι ήταν οι απαλές, θαμπές σκιές που έπεφταν στους πέτρινους τοίχους από τα κρυστάλλινα κηροπήγια που βρίσκονταν στα τραπέζια. «Εντάξει, σε πιστεύω. Δεν μπορώ να δω το τραπέζι δεκατέσσερα», είπε η Τζένι, πηγαίνοντας προς το γραφείο της που ήταν πίσω από την κουζίνα του Ρικάρντος. Μ ια ανατριχίλα φόβου διέτρεξε τη σπονδυλική της στήλη. Την παρακολουθούσε κάποιος; Η αλήθεια ήταν πως τις τελευταίες εβδομάδες είχε την παράξενη αίσθηση ότι κάποιος την παρακολουθούσε, αλλά την είχε αποδώσει στα κουρασμένα νεύρα της. Ανυπομονούσε —για την ακρίβεια αδημονούσε— να βάλει σ’ εφαρμογή τις αποφάσεις της για τα χρήματα της κληρονομιάς που επρόκειτο να εισπράξει σε λίγες ημέρες. Θυμήθηκε τα λόγια της μητέρας της και η ανάμνηση αυτή της έφερε πάλι δάκρυα στα μάτια. «Έχω βάλει κάποια χρήματα στην άκρη για εσένα, Τζενί-βα», της είχε ψιθυρίσει η Άιρις Χόλογουεϊ από το κρεβάτι του νοσοκομείου. «Αλλά δε θα γίνουν δικά σου μέχρι να φτάσεις τα τριάντα πέντε. Απλά να ξέρεις πως είναι εκεί και ότι προέρχονται από τη μεγάλη αγάπη μου για εσένα». Όμως η έφηβη Τζένι, πνιγμένη στις ανασφάλειες και το φόβο για τον αναπόφευκτο θάνατο της μητέρας της από καρκίνο στο πάγκρεας, δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτ’ άλλο πέρα από τη δυστυχία της. Είχε χύσει δάκρυα οργής, θυμωμένη με τη μητέρα της που πέθαινε

(16)

τόσο σύντομα και με τον πατέρα της, του οποίου η ερωτική σχέση με μια γυναίκα που είχε σχεδόν την ίδια ηλικία μ’ εκείνη —την οποία μάλιστα παντρεύτηκε λίγο αργότερα— την είχαν αποξενώσει από αυτόν για πάντα. Αλλά τώρα, πολλά χρόνια αργότερα, η Τζένι μπορούσε να δει πόσο σοφή υπήρξε η μητέρα της και πόσο προνοητική. Αν είχε πάρει τα χρήματα της κληρονομιάς της όταν ήταν νέα, σίγουρα θα τα είχε σπαταλήσει. Τώρα, έχοντας ένα έφηβο γιο και οδυνηρές εμπειρίες να καθοδηγούν τις αποφάσεις της, ήταν έτοιμη να τα επενδύσει σε μια επιχείρηση την οποία η οικογένειά της γνώριζε καλά: τα εστιατόρια. Είχε πάρα πολλούς λόγους για να είναι τεντωμένη. Και λοιπόν; Κακό ήταν; Δεν ήταν παρανοϊκή, απλά προσεκτική. «Ξέρω ότι το τραπέζι δεκατέσσερα είναι πίσω από τη γωνία», είπε η Κάρολαϊν, παίρνοντάς την από πίσω. «Πήγαινε να ρίξεις μια ματιά! Είναι παίδαρος με κεφαλαίο Πι!» Η Τζένι γέλασε ειρωνικά. Η Κάρολαϊν περιέγραφε κάθε γεροδεμένο άντρα με κανονικά χαρακτηριστικά ως παίδαρο. Τα τελευταία πέντε χρόνια που εργαζόταν στου Ρικάρντος, η Τζένι είχε μάθει να μην παίρνει κατά γράμμα όσα έλεγε η μικροκαμωμένη ξανθιά σερβιτόρα για τους άντρες. Η Κάρολαϊν έψαχνε επίμονα για τον κατάλληλο σύζυγο, μια αναζήτηση από την οποία η ίδια είχε παραιτηθεί χρόνια πριν.

(17)

«Άσε καλύτερα», της είπε. «Θα μετανιώσεις. Σε λίγα λεπτά θα έχει φύγει και θα χάσεις το ραντεβού σου με το πεπρωμένο». «Θα το ρισκάρω». Βλέποντας την απροθυμία της φίλης της, η Κάρο-λαϊν κούνησε το κεφάλι της επιτιμητικά, παρόλο που ήξερε την αιτία αυτής της στάσης. Η Τζένι είχε υποφέρει πολύ στα χέρια ενός εγωιστή, βίαιου συζύγου και αυτό την είχε κάνει πολύ αρνητική απέναντι στους άντρες γενικά. Βλέποντας το αφεντικό της, τον Αλμπέρτο Μ ολίνι, η Τζένι σήκωσε το χέρι της και τον χαιρέτησε χαρούμένα. Η Κάρολαϊν βόγκηξε. «Μ ην κάνεις τον Αλ-μπέρτο τον μόνο άντρα στη ζωή σου». «Πολύ αργά». Η Τζένι της χαμογέλασε πονηρά και φώναξε, «Έι, Αλμπέρτο», στον ευτραφή εστιάτορα, ενώ η Κάρολαϊν ανασήκωσε απελπισμένα τα χέρια της και έφυγε για να πάρει άλλη μια παραγγελία. «Μπέλα!» φώναξε ο Αλμπέρτο ανοίγοντας την αγκαλιά του στην Τζένι, διαχυτικός όπως πάντα. Θέλοντας ν’ αποφύγει τα αλευρωμένα χέρια και την εξίσου αλευρωμένη ποδιά του για να σώσει το μαύρο πουλόβερ και τη

(18)

φούστα της, η Τζένι τον χαιρέτησε από μακριά. «Ούτε να το σκέφτεσαι», τον μάλωσε πειραχτικά. «Δεν έχω λεφτά για καθαριστήριο». «Τότε θα σου στείλω ένα φιλί από μακριά», δήλωσε ο Αλμπέρτο, στέλνοντάς της ένα φιλί με τις άκρες των δαχτύλων του. Η Τζένι γέλασε σιγανά. Ο Αλμπέρτο ήταν ο εγγο-νός του Ρικάρντο, πρώτου ιδιοκτήτη του δημοφιλούς σε όλο το Χιούστον εστιατορίου. Πριν από πέντε χρόνια, όταν είχε έρθει ζητώντας δουλειά, ο Αλμπέρτο σήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό και δήλωσε ότι οι προσευχές του είχαν εισακουσθεί. «Είσαι η κόρη μου», είχε φωνάξει χαρούμενος, αγκαλιάζοντάς τη σαν να ήταν πραγματικά μια κόρη του που είχε επιστρέφει στο σπίτι ύστερα από εξαφάνιση χρόνων. Σαστισμένη από τον απρόσμενο ενθουσιασμό του, τον είχε κοιτάξει προσπαθώντας να καταλάβει τι στο καλό τού συνέβαινε. «Μ πελά!» είχε αναφωνήσει. «Είσαι ένα δώρο! Θείο δώρο! Προσευχόμουν για εσένα!» Η Τζένι θυμόταν ακόμα ότι εκείνη τη στιγμή είχε αναρωτηθεί μήπως αυτό ήταν ένας καινούριος τρόπος φλερτ. «Σοβαρά;» «Ω, ναι! Είσαι εδώ! Ο Θεός έριξε το βλέμμα Του στον φτωχό Αλμπέρτο και είπε: “Δουλεύεις σκληρά και σου αξίζει κάτι

(19)

όμορφο”. Και να που ήρθες». Πολύ σύντομα διαπίστωσε πως ο Αλμπέρτο ήταν ένα υπερβολικά διαχυτικό άτομο. Ήταν τρυφερός και γενναιόδωρος — και απαιτητικός και τυραννικός όταν επρόκειτο για την κουζίνα του Ρικάρντος. Τώρα, καθώς εξαφανιζόταν μέσα στο μικροσκοπι-κό γραφείο της, η Τζένι χαμογελούσε μόνη της. Ένιωθε όντως σαν κόρη του. Σίγουρα είχε υπάρξει περισσότερο πατέρας της από τον πραγματικό. Όταν όμως του είχε πει πως σχεδίαζε να εγκατασταθεί στη Σάντα Φε και ν’ ανοίξει εκεί δική της επιχείρηση, το εστιατόριο Τζενίβα, ο Αλμπέρτο είχε προσπαθήσει να τη σταματήσει. Σφίγγοντας τα χέρια του, την είχε ικετεύσει: «Μ είνε μαζί μου. Γίνε συνεταίρος μου! Μ πορούμε να επεκταθούμε! Μ η φύγεις!» «Αυπάμαι, Αλμπέρτο», ήταν η ευγενική αλλά αποφασιστική απάντησή της. «Είναι καιρός πια να φύγω από το Χιούστον. Ν’ αρχίσω μια καινούρια ζωή». «Τι είδους φαγητά θα κάνεις;» «Σκέφτομαι κουζίνα του Νότου», απάντησε. Ανταγωνισμό στον πατέρα μου... Η Τζένι δεν ήξερε ακόμα αν η απόφασή της ήταν σωστή. Η ανταγωνιστική σχέση της με τον Αλεν Χό-λογουεϊ δεν είχε

(20)

βελτιωθεί καθόλου με τα χρόνια. Ήταν ευτυχισμένη σαν προστατευομένη του Αλμπέρτο. Παρόλο που είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής της στα εστιατόρια Ράντσο ντελ Σολ του πατέρα της, ο Αλμπέρτο ήταν εκείνος που της είχε πραγματικά διδάξει τη δουλειά. Το ότι τον είχε δεχτεί σαν μέντορά της ήταν ίσως η πιο σοφή επιλογή που είχε κάνει ύστερα από μια σειρά πραγματικά κακές επιλογές. Ο πρώην σύζυγός της, ο Τρόι Ρά-σελ, βρισκόταν στην κορυφή αυτής της λίστας. Ο καταπιεστικός πατέρας της πιθανόν να μην επιδοκίμαζε την αναχώρησή της από το Χιούστον, αλλά αυτό την άφηνε αδιάφορη. Έτσι κι αλλιώς τον έβλεπε σπάνια. Όσο ζεστός και ανιδιοτελής ήταν στην προσφορά του ο Αλμπέρτο, τόσο ο δικός της πατέρας ήταν ψυχρός και υπολογιστής. Ευτυχώς ή δυστυχώς, ανάλογα με το πώς το έβλεπε ο καθένας, αυτή την εποχή η Τζένι είχε όσο το δυνατόν λιγότερες δοσοληψίες μαζί του. Από το θάνατο της μητέρας της και τον καινούριο γάμο του, η Τζένι είχε πάψει να είναι το κοριτσάκι του μπαμπά της. Όπως είχε πάψει επίσης να είναι η υποταγμένη σύζυγος του Τρόι. Ήταν μια χωρισμένη γυναίκα τριάντα πέντε χρονών και μητέρα σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής της. Αυτής των μεγάλων αλλαγών. Κοιτάζοντας τα χαρτιά που κρατούσε ακόμα στο χέρι της —και τα οποία είχε ξεχάσει τελείως—, έβγαλε το κεφάλι της από την πόρτα του γραφείου της. Βλέποντάς την ο Αλμπέρτο, φώναξε πάλι «Μπέλα!» Η Τζένι γέλασε δυνατά. Ήταν μια ρουτίνα που

(21)

είχε εξελιχθεί σε μια καθημερινή κωμωδία καταστάσεων* οι σερβιτόροι και οι σεφ που βρίσκονταν στην κουζίνα χαμογέλασαν και στους δύο. «Τελικά ανακάλυψα τι συμβαίνει με αυτό εδώ», του είπε η Τζένι, δείχνοντάς του το τιμολόγιο επάνω στο οποίο είχε σημειώσει αρκετές ερωτήσεις και είχε υπογραμμίσει διάφορους αριθμούς. Το τιμολόγιο ήταν όλο λάθος. Όχι πως οι άνθρωποι της εταιρείας Γκέινς είχαν την πρόθεση να κλέψουν τον Αλμπέρτο· απλά η εταιρεία τους, όπως και του Αλμπέρτο άλλωστε, ήταν καθαρά οικογενειακή και σε μια μόνιμη κατάσταση ανοργανωσιάς. Αν ήταν στο χέρι της, η Τζένι θα είχε αλλάξει προμηθευτές καιρό πριν, αλλά ο Αλμπέρτο ούτε που να το ακούσει. Η φιλία του με τους Γκέινς ήταν πολύ παλιά. Ανεχόταν τις καθυστερημένες παραδόσεις τους, την απουσία τιμολογίων μ’ ένα αδιάφορο κούνημα του χεριού, ενώ η Τζένι έπρεπε να βγάλει άκρη μέσα σε όλο αυτό το χάος. Ακριβώς ένα από τα πράγματα που ήταν αποφασισμένη να μην επιτρέψει στο δικό της εστιατόριο. «Μ πράβο, μπράβο». Τα μάτια του Αλμπέρτο είχαν στραφεί στο ριμπολίτα, ένα πιάτο της Τοσκάνης που θύμιζε τη γέμιση της γαλοπούλας των Ευχαριστιών, αλλά η γεύση του ήταν θεϊκή. Αυτήν τη στιγμή το ετοίμαζε ο νεότερος από τους σεφ. Χτυπώντας τη γλώσσα του επιτιμητικά, ο Αλμπέρτο κυριολεκτικά τον έσπρωξε στην άκρη, αγνοώντας τα δυσαρεστημέ-να βλέμματα των άλλων σεφ καθώς απαριθμούσε όλα όσα είχε κάνει λάθος ο άπειρος νεαρός.

(22)

Η Τζένι έκλεισε το μάτι της με νόημα στους άλλους στην κουζίνα. Οι εκφράσεις των προσώπων τους ήταν ποικίλες: από συμπάθεια έως ικανοποίηση — όλοι τους όμως σέβονταν τη μέχρι μανίας επιμονή του Αλμπέρτο στη λεπτομέρεια. Στην κουζίνα του κυριαρχούσε μόνο ένας κανόνας: Είτε μαθαίνεις είτε φεύγεις. Κανένας συμβιβασμός στου Ρικάρντος. Επιστρέφοντας στο γραφείο της, κάθισε πάλι στην παλιά φθαρμένη πολυθρόνα που όπως πάντα έτριξε από το βάρος της. Αυτή η πολυθρόνα ήταν η μοναδική προσωπική της προσθήκη στο μικρό γραφείο. Αν επρόκειτο να δουλέψει ώρες ατέλειωτες εκεί μέσα για να βάλει σε μια τάξη την επιχείρηση, τουλάχιστον θα το έκανε με άνεση. Ο Αλμπέρτο ποτέ δε νοιαζόταν για τέτοια πράγματα. Δεν είχε αντιμετώπισει κανένα πρόβλημα εξαιτίας του γεγονότος ότι προερχόταν από μια οικογένεια που ασχολιόταν με τα εστιατόρια. Το αντίθετο μάλιστα. Κυρίως επειδή η αλυσίδα των Ράντσο ντελ Σολ ήταν από τις καλύτερες του είδους. Ο Αλεν Χόλογου-εϊ μπορεί να ήταν ο ιθύνων νους πίσω από την επιτυχία τους, αλλά η νεαρή Τζένι ήταν εξαιρετική μαθήτρια. Πάντοτε σχεδίαζε να τη βάλει επικεφαλής της επιχείρησης, έτσι τουλάχιστον έλεγε. Έπειτα όλα άλλαξαν και η Τζένι είχε πάψει να λατρεύει τον πατέρα της. Η Κάρολαϊν όρμησε πάλι μέσα στην κουζίνα και κατευθύνθηκε στο γραφείο της Τζένι. «Λοιπόν;»

(23)

«Λοιπόν, τι;» «Πήγες να τον δεις;» «Ποιον;» Το μυαλό της Τζένι ήταν στις πληρωμές της εβδομάδας. «Τον παίδαρο! Χριστέ μου, είσαι απίθανη! Δεν κοίταξες καν! Μ α έχεις ξεχάσει τελείως ότι υπάρχει και ένα άλλο φύλο, το λεγόμενο αντρικό; Τι πρέπει να κάνει κανείς για να τραβήξει την προσοχή σου; Αν δεν τον θέλεις, τότε θα τον αναλάβω εγώ. Εμπρός, πήγαινε. Τώρα!» «Μ α εγώ...» Αλλά η Κάρολαϊν της είχε ήδη αρπάξει το μπράτσο, την είχε τραβήξει από την καρέκλα και την έσπρωχνε προς την κεντρική αίθουσα του εστιατορίου. «Πήγαινε», την παρότρυνε. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό συνέχεια. Έχω και δουλειά, ξέρεις». «Πώς είναι;» ρώτησε η Τζένι. «Ίσως τον γνωρίζω». «Ψηλός, μελαχρινός και κούκλος. Καλύτερος δε γίνεται, γλυκιά μου, πίστεψέ με». Ψηλός, μελαχρινός και κούκλος. Έτσι ακριβώς είχε περιγράφει τον Τρόι στις φίλες της όταν τον πρωτο-γνώρισε. Είχε ξετρελαθεί μαζί του, αλλά και με το γεγονός πως αυτός ο «μεγαλύτερος άντρας» την είχε ερωτευθεί. Μ όνο αργότερα έμαθε πως δεν είχε

(24)

ερω-τευθεί αυτήν αλλά τα λεφτά της και πολύ αργότερα πως είχε μια σαδιστική πλευρά που έφτανε στα όρια του εγκλήματος... Πήρε βαθιά ανάσα. Ο Τρόι ήταν έξω από τη ζωή της τώρα. Χάρη στα λεφτά του πατέρα της, μια ενέργεια την οποία αποδοκίμασε τότε, αλλά κατά βάθος τον ευγνωμονούσε, ειδικά από τη στιγμή που έμαθε πως ήταν έγκυος. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας του πατέρα της, ο Τρόι δε θα μπορούσε να επιστρέφει ποτέ στη ζωή της. Όμως αν υπήρχε ένα πράγμα το οποίο η Τζένι ήξερε πολύ καλά για τον πρώην άντρα της, ήταν πως ποτέ του δε θα απαρνιόταν τα λεφτά, ειδικά όταν γνώριζε πού να τα βρει. «Τζένι», της είπε η Κάρολαϊν εκνευρισμένη, «πήγαινε τώρα και κοίταξε. Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε! Σου ορκίζομαι πως αν έχει φύγει θα πάθω κρίση υστερίας εδώ μέσα!» «Εντάξει». «Εντάξει;» Η Κάρολαϊν της έριξε ένα άγριο βλέμμα. Η Τζένι ανασήκωσε τα χέρια της ψηλά, σαν να έλεγε, «Παραιτούμαι», και κατένευσε ζωηρά. «Καλά! Καλά!» «Τότε, εμπρός». Η Κάρολαϊν κοίταξε ερευνητικά προς τα τραπέζια. Προς στιγμήν, η Τζένι έμεινε ακίνητη εισπνέοντας μ’ ευχαρίστηση το πλούσιο άρωμα σκόρδου, ντομάτας, βασιλικού και κρεμμυδιού, καθώς και το απαλό μουρμουρητό φωνών που διανθιζόταν από

(25)

κάποια σιγανά γέλια. Το φως των κεριών στα τραπέζια τρεμόπαιζε. Στα δεξιά της, μια από τις σερβιτόρες έβαλε στο ποτήρι ενός ασπρομάλλη κυρίου κόκκινο Κιάντι για να το δοκιμάσει. Βλέποντας το βλέμμα της Τζένι στυλωμένο επάνω του, ανασήκωσε το ποτήρι του και ήπιε σιωπηλά στην υγειά της κοι-τάζοντάς τη με θαυμασμό. Κατευθύνθηκε προς τη θολωτή καμάρα της μικρότερης τραπεζαρίας, αλλά σταμάτησε νιώθοντας την ίδια πάλι ανησυχία. Δεν ήθελε να γνωρίσει κάποιον που πιθανόν να την παρακολουθούσε. Η όλη ιδέα την έκανε να νιώθει άβολα. Υπήρξε αντικείμενο του αντρικού θαυμασμού από την εφηβεία της. Τα γαλάζια μάτια της, οι ακατάστατες μπούκλες των κόκκινων μαλλιών της που τώρα ήταν δεμένα σφιχτά στον αυχένα, το αθλητικό σώμα της τραβούσαν πάντοτε βλέμματα θαυμασμού. Αλλά από το διαζύγιό της και μετά σπάνια φορούσε μεϊκάπ και ντυνόταν μόνο με σοβαρά κλασικά ταγέρ. Δε χρειαζόταν ψυχοθεραπευτής για να καταλάβει κανείς το λόγο: δεν ήθελε να ενδιαφερθεί κανένας άντρας γι’ αυτήν. Ποτέ ξανά. Διστάζοντας, κοίταξε μέσα στη μικρή τραπεζαρία. Οι πέτρινοι τοίχοι ήταν βαμμένοι με ένα απαλό χρώμα και η οροφή ήταν θολωτή. Βαριοί, μάλλον κακόγουστοι πολυέλαιοι κρέμονταν από ψηλά και οι κρυστάλλινοι ρόμβοι τους αντανακλούσαν το φως επάνω στα αστραφτερά σερβίτσια και τα λευκά δαμάσκο τραπεζομάντιλα. Το δωμάτιο ήταν ευχάριστα φιλόξενο, αλλά παρά τη ζεστή ατμόσφαιρά του η Τζένι ανατρίχιασε άθελά

(26)

της. Μ ια αντρική φωνή ακούστηκε από κάπου κοντά της προς τα δεξιά κάνοντάς τη ν’ αναπηδήσει ξαφνιασμένη. Μ ε μια κακή ιταλική προφορά άκουσε: «Μ αντάμ, αυτή η σαλάτα καπρέζε δεν είναι καθόλου πικάντικη, παρόλο που το μπαλσάμικο ξίδι “μιλάει” χαρούμενα στον ουρανίσκο. Προτείνω ένα διαφορετικό ελαιόλαδο, ίσως κάποιο με πιο έντονο άρωμα και... συναίσθημα». Μ ε χείλη μισάνοιχτα σ’ ένα σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο, η Τζένι ανοιγόκλεισε τα μάτια της, ύστερα έριξε ένα σκληρό βλέμμα στον ομιλητή. Κρυμμένος πίσω από το μπορντό δερμάτινο μενού του εστιατορίου ήταν ένας μαυρομάλλης άντρας με μια πολύ οικεία φωνή τενόρου. Τεντώνοντας το ένα δάχτυλό της, τράβηξε το μενού πίσω από το οποίο κρυβόταν το όμορφο πρόσωπο του γιου της του Ρόουλι. Ώστε αυτός ήταν ο... άντρας που την κοιτούσε επίμονα! Ανακούφιση και χαρά την πλημμύρισαν. «Μ πορείς να μου πεις τι κάνεις εδώ;» ρώτησε, ξαφνιασμένη που είχε έρθει να τη δει. Ο νεαρός έφηβος, δεκαπέντε χρονών, είχε αρχίσει να γίνεται πολύ δύσκολος και απόμακρος. Εφηβεία. Τα γαλάζια μάτια του, τόσο όμοια με τα δικά της, άστραψαν γελαστά. Έμοιαζε όμως και του πατέρα του, γεγονός που μερικές φορές έκανε την καρδιά της να σφίγγεται από φόβο. Ο Τρόι υπήρξε —και σίγουρα παρέμενε— ένας αμετανόητα βίαιος

(27)

άνθρωπος. Τους ελάχιστους μήνες που είχαν ζήσει σαν αντρόγυνο, η Τζένι είχε μάθει να τον φοβάται και είχε χρειαστεί να επιστρατεύσει όλο το κουράγιο της για να τον εγκαταλείπει. Η φράση «εγώ σου το είχα πει» του πατέρα της, παρόλο που δεν ειπώθηκε έτσι ακριβώς, ήταν το τελειωτικό χτύπημα για την περηφάνια της. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο Αλεν είχε κυριολεκτικά εξαγοράσει την ελευθερία της της δημιούργησε ένα αίσθημα ταπείνωσης και είχε σημαδέψει τη ζωή της για πάντα. Όμως τώρα είχαν τελειώσει όλα. Ο Τρόι ανήκε στο παρελθόν και όσο κι αν μερικές φορές αισθανόταν ενοχές για το ότι ο Ρόουλι δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του, ήξερε ότι ήταν καλύτερα έτσι. Ο γιος της δε χρειαζόταν να γνωρίσει τον Τρόι. «Απλά έκανα ένα σχόλιο για τη σαλάτα», είπε ο Ρόουλι, σαν να ήταν ειδήμων στην ιταλική κουζίνα. «Εμένα μου φάνηκε σαν να άκουγα τον Αλμπέρτο να μου κάνει παράπονα», τον πείραξε τρυφερά. Αυτή την εποχή έπρεπε να είναι προσεκτική με τον Ρόουλι. Η διάθεσή του ήταν τόσο ευμετάβλητη... τη μια τρυφερός την άλλη δηκτικός και εριστικός. Αυτήν τη στιγμή της χάρισε το πιο λαμπερό χαμόγελό του, τόσο γοητευτικό και γεμάτο ζωντάνια, που τα κορίτσια είχαν αρχίσει κυριολεκτικά να τον κυνηγούν. Δυστυχώς, αυτό το χαμόγελο της θύμιζε επίσης τον Τρόι. Τον είχε ερωτευθεί για την ομορφιά του, αδιαφορώντας για την ανωριμότητα, την κακία και τη βιαιότη-τά

(28)

του, που τελικά δεν ήταν και τόσο καλά κρυμμένα. Φυσικά, είχε παίξει μεγάλο ρόλο και η αντίθεση του πατέρα της σε αυτήν τη σχέση από την αρχή. Ένα γεγονός που την είχε ωθήσει προς το μέρος του σαν ανεμοδούρα που στροβιλίζεται στον άνεμο. «Πρώτα από όλα, η σαλάτα σου δεν είναι καπρέζε. Δεν υπάρχει ούτε σταγόνα μπαλσάμικο ξίδι ή ελαιόλαδο μέσα. Αυτό που έχεις μπροστά σου, νεαρέ, είναι μια παραδοσιακή αμερικανική πράσινη σαλάτα. Τα μόνα λαχανικά που τρως, από όσο ξέρω τουλάχιστον. Κι αν θέλεις να ξέρεις, η καπρέζε αποτελείται από φέτες ντομάτας, φρέσκο τυρί μοτσαρέλα και φρέσκα φύλλα βασιλικού. Την τελευταία φορά που σου τη σερβίρισα έβγαλες κάτι ήχους που έκαναν όχι μόνο εμένα αλλά και τον καλεσμένο μας Μ πένζαμιν ν’ αηδιάσου με». Το χαμόγελο του Ρόουλι έγινε ακόμα πιο πλατύ. «Ο Μ πένζαμιν δε νοιάζεται καθόλου». Η Τζένι έπνιξε το χαμόγελό της. Ο Μ πένζαμιν, ο Μ πένι, ήταν το μεγάλο σαν αρνί σκυλί των γειτόνων τους, με μια τόσο μεγάλη ουρά, που μέσα σε δευτερόλεπτα μπορούσε να καθαρίσει ένα ολόκληρο δωμάτιο. Η Τζένι τον έβγαζε έξω κάθε φορά που τον έβρισκε μέσα στο σπίτι, αλλά μόλις γύριζε την πλάτη της ο γιος της τον έβαζε πάλι κρυφά μέσα.

(29)

«Νόμισα πως θα έμενες στο σπίτι της Τζάνις και του Ρικ απόψε». «Είχα προπόνηση στις τρεις. Ο Ρικ ήρθε να δει την προπόνηση, αλλά μετά εγώ ήθελα να φύγω». Ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. Αυτή την περίοδο ο Ρόουλι έδειχνε ν’ αντιμετωπίζει τον Ρικ Φέργκιουσον κάπως σαν πατέρα του. Εδώ και πάρα πολύ καιρό λαχταρούσε να ήταν ο γιος κάποιου — οποιουδήποτε. Τον καταλάβαινε απόλυτα, αλλά αισθανόταν φρίκη και απέχθεια στη σκέψη ότι θα έπρεπε να μιλήσει στο γιο της για τον πραγματικό πατέρα του. Λίγους μήνες νωρίτερα, τακτοποιώντας τα πράγματα του Ρόουλι, είχε ανακαλύψει μια φωτογραφία του Τρόι ανάμεσα σε κάτι παλιές κάρτες του μπέιζμπολ. Αν και δεν την είχε ρωτήσει ποτέ για τον πατέρα του, ήταν φανερό πως τον σκεφτόταν και η Τζένι υποπτευόταν ότι δε θ’ αργούσε η ημέρα που θ’ αναγκαζόταν να του μιλήσει, να του εξηγήσει κάποια πράγματα. Συχνά αναρωτιόταν τι μπορεί να σκεφτόταν ο γιος της. Ήξερε ότι ο Τρόι δεν είχε επικοινωνήσει ποτέ μαζί του. Δύσκολη κατάσταση για ένα αγόρι που οι πατέρες των φίλων του παρακολουθούσαν τους αγώνες ποδοσφαίρου και τις άλλες αθλητικές εκδηλώσεις του σχολείου. Είχε την αίσθηση ότι τα κρυμμένα συναισθήματα του Ρόουλι σχετικά με το θέμα του πατέρα του δε θ’ αργούσαν να ξεσπάσουν. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να κάνει

(30)

εκείνη. «Είπα στην Τζάνις ότι με χρειαζόσουν στο εστιατόριο», της εξήγησε ο Ρόουλι. «Και ο Αλμπέρτο μου είπε ότι μπορούσα να παραγγείλω ό,τι θέλω». «Το περίμενα από τον Αλμπέρτο», μουρμούρισε η Τζένι. «Θα περάσει να σε πάρει η Τζάνις;» «Μ πορώ να πάω με τα πόδια». Η Τζένι κόντεψε να πνιγεί από το σοκ. Το διαμέρισμά τους ήταν μίλια μακριά και ο δρόμος που οδηγούσε στη γειτονιά τους δεν ήταν και ο πιο ακίνδυνος για ένα παιδί, ειδικά τη νύχτα. Αλλά ο Ρόουλι δεν ήθελε να του φέρονται σαν να ήταν μωρό. Είχε μπει στην εφηβεία και έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική μαζί του. Μ ια λάθος λέξη από μέρους της θα κατέληγε να τους πληγώσει και τους δύο. Μ έχρι τώρα ο Ρόουλι δεν είχε φέρει πολλές αντιρρήσεις για τη μετακόμισή τους στη Σάντα Φε. Αν κατάφερνε να τον κρατήσει ήρεμο και ικανοποιημένο για ένα διάστημα, όλα θα κατέληγαν καλά. «Θα προτιμούσα να πας με αυτοκίνητο. Είναι ασφαλέστερο», είπε, σηκώνοντας το χέρι της για να προλάβει τις διαμαρτυρίες του. «Μ α δεν πρόκειται να πάθω τίποτα».

(31)

«Το ξέρω...» «Δε θα πάθω τίποτα. Δε μ’ εμπιστεύεσαι καθόλου». «Το πρόβλημα δεν είσαι εσύ», του εξήγησε κουρασμένα. «Οι άλλοι είναι! Για όνομα του Θεού, ξέρεις πώς οδηγούν στο Τέξας! Δε θα ησύχαζα λεπτό στη σκέψη. Εγώ έχω το πρόβλημα, όχι εσύ». Ο Ρόουλι σήκωσε τα μάτια του στο ταβάνι ενοχλημένος. «Δεν είμαι πέντε χρονών». «Το ξέρω». Κοίταξε γύρω της, νιώθοντας άβολα με τον καβγά τους. «Πρέπει να γυρίσω στη δουλειά. Αν δεν μπορεί να έρθει η Τζάνις να σε πάρει, θα σε πάω εγώ». Ο Ρόουλι κρύφτηκε πάλι πίσω από το μενού οργισμένος. Η Τζένι αναστέναξε μέσα της. Διάφορες μητέρες την είχαν προειδοποιήσει για τα προβλήματα της εφηβείας, αλλά μέσα στη μακαριότητά της πίστευε πως ο Ρόουλι, του οποίου οι καλοί τρόποι έκαναν εντύπωση σε όλους και προκαλούσαν τη ζήλια των άλλων μητέρων, δε θα ενέδιδε στη βαριά ασθένεια της... εφηβίτίδας. Κι όμως συνέβη, και η ίδια είχε μείνει εμβρόντητη από την αλλαγή του. Επιστρέφοντας στο γραφείο της, τηλεφώνησε στην Τζάνις, τη γειτόνισσα και φίλη της. Η Τζάνις και ο Ρικ ζούσαν σ’ ένα άνετο διώροφο σπίτι σχεδόν δίπλα

(32)

στο ισόγειο διαμέρισμα όπου έμεναν η Τζένι και ο Ρόουλι. Ο Μ πένι ήταν δικός τους γι’ αυτό και η Τζένι τον ανεχόταν, οπότε ο σκύλος διάβαινε το κατώφλι των Χόλογουεϊ πιο συχνά από ό,τι το δικό τους. «Ναι;» Η φωνή της Τζάνις ακούστηκε βιαστική στο ακουστικό, ενώ πίσω της ακούγονταν φωνές και ουρλιαχτά. «Πήρα σε ακατάλληλη στιγμή;» ρώτησε η Τζένι. «Α, γεια σου, Τζένι», είπε η άλλη γυναίκα αναγνωρίζοντας τη φωνή της φίλης της. «Είναι τα δίδυμα. Αδύνατο να παίξουν μαζί, ακόμα κι ένα επιτραπέζιο. Η Μ πέκι έκλεψε και ο Τόμι της πέταξε τα ζάρια και τα πιόνια στο πρόσωπο». «Κατάλαβα». Τα δίδυμα ήταν εφτά χρονών και σύμφωνα με τα λεγάμενα των γονέων τους περνούσαν μια δύσκολη φάση. Έκαναν όλα εκείνα για τα οποία η ίδια έδινε συγχαρητήρια στον εαυτό της που ο Ρόουλι δεν τα είχε κάνει ποτέ. Κοίτα όμως πώς αλλάζουν τα πράγματα... «Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε η Τζάνις ξαφνικά. «Δεν είσαι στη δουλειά;» «Ναι, και ο Ρόουλι είναι εδώ. Απλώς ήθελα να μάθω τι γίνεται». «Είπε ότι δε θα σε πείραζε να έρθει εκεί». Κάπου στο βάθος ακούστηκε ένα ουρλιαχτό της Μ πέκι. «Τζένι; Μ πορείς να με

(33)

πάρεις αργότερα; Πρέπει να βάλω μια τάξη εδώ πέρα. Μ ετά θα μπορώ να μιλήσω». «Δεν πειράζει. Όλα είναι εντάξει. Θα τα πούμε αργότερα. Σ' ευχαριστώ που πρόσεχες τον Ρόουλι». Πήρε βαθιά ανάσα και έκλεισε το τηλέφωνο Δεν ήταν πια τόσο εύκολο να ζητάει τη βοήθεια των Φέργκιουσον. Τα δίδυμα γίνονταν κάθε ημέρα και πιο δύσκολα, όσο για τον μεγαλύτερο γιο τους τον Μ πρά-ντον, συνομήλικο και φίλο του Ρόουλι, ε, δεν ήταν και αγγελούδι. Κάποτε μπορούσε να στηρίζεται σ’ αυτούς, όμως τώρα... Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Ο Ρόουλι ήταν πια μεγάλος για να παίρνει μπέιμπι σί-τερ και υπερβολικά ξεροκέφαλος για να τον αφήνει μόνο του στο σπίτι. Και... στη Σάντα Φε τι θα κάνεις; «Μ ια καινούρια αρχή», είπε φωναχτά, λες και την είχε ρωτήσει κάποιος. Ίσως οι διακοπές που θα έκαναν μαζί σε λίγες ημέρες εξομάλυναν την κατάσταση. Κάποιοι φίλοι τής είχαν προτείνει να πάνε με τον Ρόουλι στο Που-έρτο Βαγιάρτα όπου είχαν νοικιάσει μια βίλα για οχτώ ημέρες. Μ ια απίστευτης ομορφιάς βίλα στην πλαγιά ενός λόφου* η μοναδική πρόσβαση ως εκεί ήταν ένας ελικοειδής πέτρινος δρόμος. Η βίλα είχε προσωπικό: μάγειρα, καμαριέρες, κηπουρό. Διέθετε οχτώ υπνοδωμάτια με αντίστοιχα μπάνια, μια πισίνα σε οβάλ σχήμα, μια συναρπαστική θέα και ένα νοικιασμένο

(34)

τζιπ για την εβδομάδα. Αυτό χρειάζονταν. Οι διακοπές ήταν η κατάλληλη περίοδος για την επανασύνδεση μιας οικογένειας, για διασκέδαση και, γιατί όχι, για τη λύση των όποιων παρεξηγήσεων. Επιστρέφοντας στη μικρή τραπεζαρία, βρήκε το γιο της κυριολεκτικά πεσμένο μέσα σε ένα πιάτο με ραβιόλια και ιταλικά λουκάνικα. Την κοίταξε λοξά. «Τηλεφώνησα στην Τζάνις, αλλά έκανε το διαιτητή στα δίδυμα». Ο Ρόουλι κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση, γεγονός που της έδωσε το κουράγιο να συνεχίσει. «Θα σε πάω εγώ στο σπίτι. Είμαι σχεδόν έτοιμη να φύγω». Δεν της άρεσε που έλεγε ψέματα, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. «Μ πορώ να περπατήσω. Έχω και τα δυο μου πόδια, ξέρεις». «Ας μην το συζητήσουμε άλλο». «Πότε θα μ’ αφήσεις να είμαι ο εαυτός μου;» Της ήρθε να γελάσει δυνατά. «Γιατί, πότε δε σ’ άφησα να είσαι ο εαυτός σου;» «Τώρα!»

(35)

«Μ ίλα πιο σιγά», του είπε ευγενικά αλλά αποφασιστικά. «Ο Αλμπέρτο σου έκανε το τραπέζι επειδή σε συμπαθεί. Σε παρακαλώ να φέρεσαι καλύτερα στο εστιατόριο». «Φέρομαι σύμφωνα με το χαρακτήρα μου. Εξάλλου, ο Ρωμαίος σου είπε πως δε θέλει να με δει να πεθαίνω από ασιτία. Αυτός ήταν που επέμεινε να παραγγείλω δύο λουκάνικα». Ρωμαίος ήταν το παρατσούκλι που χρησιμοποιούσε ο Ρόουλι για τον Αλμπέρτο. Τον είχε δει να ασκεί την ιταλική γοητεία του στις γυναίκες που έρχονταν στο εστιατόριο μόνες τους. Το αδιάκριτο φλερτ του διασκέδαζε τον Ρόουλι αφάνταστα, παρόλο που η Τζένι και όλες οι πελάτισσες ήξεραν πως ήταν τελείως ανώδυνο. «Σε συμπαθεί», είπε στο γιο της. Ο Ρόουλι χαμογέλασε πλατιά. «Το ξέρω». «Πρέπει να σταματήσεις να εκμεταλλεύεσαι την καλή του καρδιά. Μ ιλάω σοβαρά». Αυτήν τη φορά ο Ρόουλι δε διαφώνησε μαζί της. Η Τζένι είχε ακόμα κάποια μικρή ελπίδα πως η πρόσφατη εριστική συμπεριφορά του γιου της ήταν απλά μια μεταβατική φάση. To καταλάβαινε και ο ίδιος πότε γινόταν απαίσιος — αν και μερικές φορές έπρεπε να του το πουν, όπως τώρα.

(36)

Κοίταξε επάνω από τον ώμο της. Υπήρχαν ακόμα τόσα πολλά να κάνει. Μ πορούσε πραγματικά να φύγει; Ίσως. Αρκεί να κατάφερνε να εξοικονομήσει μερικές ώρες αύριο και να έρθει ν’ αποτελειώσει τη δουλειά της. Αύριο ήταν Κυριακή. Η ημέρα των γενεθλίων της... «Μ πορούμε να φύγουμε μόλις τελειώσεις», είπε αποφασιστικά στο γιο της. Ο Ρόουλι κατένευσε αμίλητος. Τον κοίταξε για μια στιγμή με θαυμασμό να γεμίζει το στόμα του με το μισό λουκάνικο χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Επι-στρέφοντας στην κουζίνα, ένιωσε πάλι εκείνη την ανησυχία να τη διαπερνάει και αναρωτήθηκε τι στο καλό μπορεί να της συνέβαινε. Ποτέ άλλοτε δεν της είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Βλέποντας τον Αλμπέρτο, πήγε κοντά του και του είπε σε απολογητικό τόνο: «Πρέπει να φύγω. Ο γιος μου χρειάζεται να τον πάει κάποιος στο σπίτι και νομίζω ότι θα έπρεπε να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί». Κούνησε το δάχτυλό της δήθεν απειλητικά μπροστά στο πρόσωπό του. «Όσο για εσένα, δε θα έπρεπε να τον αφήνεις να σε κάνει ό,τι θέλει. Σ’ έχει τυλίξει στο μικρό του δαχτυλάκι». «Είναι σαν εγγονός μου. Ό,τι έχω είναι και δικό του». Η πειραχτική λάμψη στα μαύρα μάτια του τον πρόδωσε δε μετάνιωνε καθόλου για την αδυναμία του στο αγόρι. «Χμ». Η Τζένι τον κοίταξε μ’ ένα δήθεν άγριο βλέμμα.

(37)

«Χρειάζεται φαγητό. Για να γίνει δυνατό παιδί». Ο Αλμπέρτο ανασήκωσε το πιγούνι του και φούσκωσε τους μυς των μπράτσων του. «Να γίνει άντρας και να φροντίσει τη μαμά του». «Ναι, καλά», μουρμούρισε η Τζένι. Ο Αλμπέρτο γέλασε δυνατά και η Τζένι κούνησε το κεφάλι της. Ήταν ανώφελο να μιλάει μαζί του. Αυτός και ο Ρόουλι είχαν μια σιωπηρή συμφωνία —συμφωνία μεταξύ ανδρών— και δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να κάνει η ίδια για να την αλλάξει. Πέντε λεπτά αργότερα, έχοντας τα χαρτιά της στο χέρι, η Τζένι βγήκε από το γραφείο της και στάθηκε για μια στιγμή στη μέση της κουζίνας, την καρδιά του εστιατορίου. Πιάτα με αχνιστά καλαμαράκια, με σκαλοπίνι βουτηγμένα σε βούτυρο και σκόρδο και με πικάντικα όσο μπονκο περνούσαν σαν αστραπή δίπλα της. Αγαπούσε όλα τα υπέροχα αρώματα που έκαναν τα σάλια να τρέχων, καθώς και τις βακχικές ονομασίες των διαφόρων εδεσμάτων. Ήταν σαν ένα είδος οπτικής και ηχητικής έκστασης. Σύντομα, πολύ σύντομα, θ’ ασχολιόταν με το δικό της εστιατόριο, το Τζενίβας. Είχε τη δική της καταπληκτική σεφ, που την περίμενε έτοιμη ν’ αναλάβει τα καθήκοντά της αμέσως μόλις τελείωνε η ανακαίνιση του χώρου. Η Γκλόρια ήταν ένας από τους κύριους λόγους που η Τζένι είχε επιλέξει τη Σάντα Φε. Μ ισή Ινδιάνα και μισή Μ εξικάνα, μια μάγισσα της κουζίνας με γνήσιο ταμπεραμέντο σεφ, η Γκλόρια είχε γεννηθεί και μεγαλώσει

Referencias

Documento similar

Cada placa dispone de un dispositivo que indica la presencia de calor residual. En la pantalla, tras haber apagado una placa, puede aparecer una. Esta señal indica que la zona

Όταν είναι ελαττωματικό το ηλεκτρονικό σύστημα ελέγχου ή δεν λει- τουργεί η τροφοδοσία νερού στην πλευρά εισόδου της αντλίας, το νερό που βρίσκεται στην

Αυτές οι οδηγίες συναρ ολόγησης είναι ένα επίση ο έγγραφο και αποτελούν τ ή α του κοτσαδόρου Πρέπει να τις φυλάξετε και να τις παραδώσετε σε περίπτωση πώλησης

Το ζελέ υπερήχων της Parker Laboratories, σε συσκευασία πολλαπλών χρήσεων, προορίζεται για εξωτερική χρήση μόνο και δεν πρέπει να

¡ Για την εξασφάλιση ενός καλού αερισμού, πρέπει η απόσταση μεταξύ της επιφάνειας του πάγκου εργασίας και του επάνω μέρους του συρταριού

Αυτός ο μηχανισμός σχεδιάστηκε και ελέγχθηκε ειδικά για περιστασιακά φορτία.Χρησιμοποιείται μόνο για μεταφορά βάσεων ποδηλάτων ,μπαγκαζιερών και άλλων συσκευών

Αυτή η συσκευή μπορεί να χρησιμοποιηθεί από παιδιά από 8 ετών και πάνω και από άτομα με περιορισμένες φυσικές, αισθητήριες ή πνευματικές ικανότητες ή

Αυτή η συσκευή επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί από παιδιά άνω των 8 ετών και από άτομα με μειωμένες φυσικές, αισθητήριες ή πνευματικές ικανότητες ή με ανεπαρκή εμπειρία